Φεύγουμε,όλο φεύγουμε.

Ένας δρόμος που οδηγεί σε μια άγνωστη πόλη,φωτογραφίες εν κινήσει,cinegraphs,η τρελή και άγρια ελπίδα πως στο τέλος της μέρας όλα θα πάνε καλά,ακόμα και αν είσαι μόνος,ολομόναχος. Μες από ένα παράθυρο αυτοκινήτου να κοιτάζεις τους κόσμους να περνούν... ΄΄Είναι τα σύννεφα που σε ξελογιάζουν,είναι τα σύννεφα!΄΄ Παλιές σιδηροδρομικές γραμμές,μίλια ολόκληρα μέχρι το βάθος του ορίζοντα,ένα πουλί μοιάζει να τις ακολουθεί,μια μεγάλη παρέλαση από μαύρα δέντρα,παράξενα,λιγνά δέντρα,σαν στοιχειά. Η στιγμή που ποθείς ένα κρύο φθινοπωρινό πρωινό,ηλιόλουστο μα παγερό και πέρα μακριά μια φιδίσια ομίχλη να σηκώνεται αργά πάνω απ τη γή... Ακίνητες,ερημικές εξοχές. Απόψε δε θα σταματήσω πουθενά,θα οδηγώ όλη τη νύχτα,προς τα δυτικά,΄΄ο δρόμος πάντα οδηγούσε δυτικά΄΄,ταμπέλες που φωσφορίζουν,ένα πρατήριο δίχως φώς,δε ξέρω αν είμαι στην Καλιφόρνια ή κάπου στα Βαλκάνια,τα παλιά σπίτια,οι θλιβεροί τοίχοι,ένας κήπος σκοτεινός κι εγώ να θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια,τα ανέμελα παιχνίδια,την μελαγχολία μιας αναρριχώμενης τριανταφυλλιάς... Ο ορίζοντας μοιάζει με ένα απέραντο γκρίζο σάβανο,τα σύννεφα του κόσμου περνούν αργά κι όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα μου κρύβονται μέσα σ΄ένα άδειο μπουκάλι κρασί. Ξυπνάω σε μέρη αλλόκοτα,ταξιδεύοντας εδώ κι εκεί,μέσα σ΄ένα όνειρο,δίχως προορισμό. Το Σαν Φρανσίσκο στο σκοτάδι μια νύχτα του σεπτέμβρη,η ανάμνηση ενός χλωμού κοριτσιού,το άρωμα του ρόδου πάνω στα μάγουλά της,η δίψα της απόλαυσης. Μια φάρμα με άλογα μου θυμίζει τοπία από την μακρινή Αραβία,η σκόνη του δρόμου κολλάει στο πρόσωπό μου,οι δρόμοι της μοναξιάς με την γλυκιά τους απελπισία,οι μέρες που νιώθεις να σε σκορπίζουν παντού... Πόσο αληθινή θα ήταν η ζωή μας σε συνεχόμενη περιπλάνηση,μια ατέλειωτη τσάρκα! Πάνω σε τρένο,σε μια μηχανή,στην άλλη άκρη της γής,ακολουθώντας σύννεφα. Η έρημος. Τα μελαγχολικά τοπία. Τα σχήματα που πλάθει ο άνεμος πάνω στην άμμο,σαν αιθέριες,ύποπτες δίνες. Άγιοι μοναχοί καβάλα σε μοτοσυκλέτες,μάγοι που ταξιδεύουν με τροχόσπιτα,η άγρια ζωή ενός απέραντου τρελοκομείου,η εικόνα της Παναγίας περιτριγυρισμένη από νεκροκεφαλές,El Dia de los Muertos,στη Σάντα Φέ μια ομάδα παιδιών κυνηγάει ανεμοστρόβιλους. Ένα δειλινό στο Κάνσας Σίτυ δίπλα από τους ανεμόμυλους,όλα μοιάζουν γαλήνια,θέλω να μείνω εδώ για λίγο καιρό,να δουλέψω με τους ντόπιους,να χορέψω,να πιώ κρασί,να ζαλιστώ μες τα πυροτεχνήματα,μες τον καπνό και τη φωτιά,εδώ είναι το κέντρο του κόσμου κι εγώ είμαι ανέμελος σαν παιδί και είμαι άνθρωπος ελεύθερος. Φοίνιξ,Κάζα Γκράντε,Κολοράντο Σίτι. Πόλεις της φωτιάς,της αιώνιας μελαγχολίας. Ζούμε σε έναν κόσμο που όλο φεύγει μακριά,όλο και πιο μακριά... Το ΄΄Τραγούδι του Ανοιχτού Δρόμου΄΄,ο Κέρουακ και η μεγάλη ανθρώπινη καρδιά,ένα τρένο για αλλού... Ώ!Τα γαλάζια όνειρα γεμάτα κορίτσια,φιλιά,μεθύσια,δρόμους,απέραντους δρόμους,να σε καλούν,να σε γεμίζουν πυρετό. Στα σύνορα,μ΄ένα μικρό αυτοκίνητο,το ραδιόφωνο παίζει αργόσυρτα μπλούζ,η πατρίδα πότε μπροστά και πότε πίσω,μια μυρωδιά οινοπνεύματος και η ιστορία να μοιάζει ίδια κάθε φορά. Θυμάμαι ένα σπίτι στη Νέα Υόρκη κι έναν πίνακα με πορφυρό χρώμα,μια βάρκα με ένα παράξενο όνομα στην άλλη άκρη του Ατλαντικού,ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο που δε διάβασα ποτέ από την μακρινή Υεμένη,τις λευκές ανεμογεννήτριες πάνω στους έρημους λόφους,ένα ολόκληρο τσούρμο από παιδιά να τρέχουν δίπλα απ΄το αμάξι,την βροχή και τις μεγάλες αστραπές,βόρεια,σε κάποιον αυτοκινητόδρομο στη μέση του πουθενά,τον πατέρα μου να σηκώνεται μέσα στη νύχτα για να ακούσει τη βροχή στο μπαλκόνι,σκόρπιες εικόνες,μουσικές,άγριοι έρωτες,φαντασμαγορίες και η ιστορία να μοιάζει ίδια κάθε φορά. Η νύχτα σε μια επαρχιακή πόλη,ένα παλιό τζουκ μπόξ,ο κρύος,πικρός καφές,ένα μελαχρινό χαμόγελο,το Μεξικό που είναι πολύ μακριά από εδώ,με τρένο ή με ωτοστόπ,οι αποστάσεις στο χάρτη είναι τόσο μικρές,οι ταξιδιώτες με τα σκισμένα ρούχα και τα φωτεινά χαμόγελα,λίγο κρασί και μερικές μπίρες,ξημερώματα σε κάθε τόπο... Όλα είναι ένα ημερολόγιο. Ένα ανέμελο ημερολόγιο,γεμάτο όνειρα... Να πιάσω ένα τρένο και να την κάνω για αλλού! Να φύγω πολύ μακριά! Αυτά τα όνειρα να κυνηγήσω! Να προλάβω... Όταν ταξιδεύεις,ταξιδεύουν μαζί σου και οι πόθοι σου,οι αγωνίες,οι ελπίδες... Παρέες φεύγουν,ξεμακραίνουν σιγά σιγά,στο δρόμο κορίτσια θλιμμένα χαιρετούν,με αυτή την ακίνητη,παγερή θλίψη που σε κάνει να φαντάζεσαι τον χειμώνα σαν μια χλωμή ώριμη γυναίκα με κάτασπρα,μακριά μαλλιά,παράξενη μα και συνάμα τόσο οικεία... Εκείνος ο ορίζοντας,οι χιλιάδες προορισμοί,τα σκοτεινά σύννεφα που στέκουν σαν γίγαντες πάνω απ΄τα βουνά,το ξαφνικό πέταγμα ενός πουλιού που τόσο παράλογα θυμίζει το φόβο μιας άδικης εγκατάλειψης,ένα ταπεινό τραγούδι στα χείλη. Αν ήξερες τις ιστορίες της νύχτας,τις ατέλειωτες διηγήσεις των δρόμων! Τελευταία αντίο,τελευταία ποτά,ολόκληρος ο κόσμος να στροβιλίζεται μέσα στα μάτια σου,οι άγνωστες πορείες,τοπία μυστηρίου κι εκείνες οι στιγμές που σαν τρελός,παράξενα χαμογελάς... Τα τοπία που φέρνουν αναμνήσεις,οι αναμνήσεις που θυμίζουν στον καθένα πως το ταξίδι αυτό ακόμα δεν έχει τελειώσει,ποτέ δεν τελειώνει... Η ζάλη ενός προορισμού που κρύβει χίλια θαύματα,το σούρουπο γεμάτο μέθη και αρώματα,στο τέλος της μέρας τα μάτια κοιτούν μακριά,πολύ μακριά... Θα συνεχίσω να ταξιδεύω,μέσα στον άνεμο,μέσα στη φύση,μέσα μου... Και θα κοιμάμαι δίπλα στο ποτάμι με θέα χίλια άστρα και η αυγή θα με παγώνει μα εγώ σαν παιδί θα γελάω. Θα ορμάω στους λόφους και θα ατενίζω τους κάμπους από ψηλά,τα μπερδεμένα χρώματα,τους ανεμόμυλους σιωπηλούς μέσα στο ηλιοβασίλεμα και θα ξέρω πως όλα φαντάζουν μάταια μα δεν είναι... Θα διασχίζω δρόμους,σταυροδρόμια,χώρες ολόκληρες και θα με συγκινεί η βροχή,τα σκοτεινά σύννεφα που κατεβαίνουν χαμηλά σαν μεγάλα,αιθέρια πουλιά,οι φωνές των παιδιών καθώς τρέχουν μακριά,κι όλο τρέχουν,τρέχουν... Θα κυνηγάω τα τρένα,θα χάνομαι πέρα από σύνορα και πατρίδες,στη μέση ενός απέραντου σιταροχώραφου με σκόρπιες παπαρούνες και δίπλα σε ένα φάρο χαραγμένο με στιχάκια ερωτικά,κύματα,γλάροι,ιστιοφόρα... Και θα μαι ένας μοναχικός αλήτης,με ένα μοναχικό,δερμάτινο τζάκετ,με μια μοναχική,ραγισμένη καρδιά κι όλος ο κόσμος θα ναι δικός μου και κανείς δε θα καταλαβαίνει,κανείς δε θα το ξέρει... Η ψυχή στέκει πάντα σιωπηλή απέναντι στην Ομορφιά!

Sphinx Acherontia Lachesis

Ανύποπτα,μες το σκοτάδι της νύχτας ταξιδεύουν τα μυστικά... Έρχονται από μακριά και πηγαίνουν μακριά. Είναι ένα φώς που τρυπώνει δειλά μέσα σε μία κλειδαρότρυπα,ένας ψίθυρος του ανέμου,ένα κελάηδισμα,μια σκιά που γλιστρά μες τον καθρέπτη,ένα σήμα ανεπαίσθητο σε μια συχνότητα που δεν ακούει κανείς. Αιθέρια μυστικά που υπερίπτανται,μια καμουφλαρισμένη ανεμωδία που προσγειώνεται κρυφά εδώ,κάποιοι ξέρουν,κάποιοι έχουν μάθει να βρίσκουν το μονοπάτι μες την καταχνιά... Στους παλιούς καιρούς,μέσα σε νύχτες θεοσκότεινες οι ναυτικοί έπρεπε να σημειώνουν τη θέση των άστρων στον νυχτερινό ουρανό για να μπορούν να προσανατολιστούν. Πολλοί από αυτούς ακολουθούσαν τα νοητά ΄΄περάσματα΄΄ ανάμεσα στους αστερισμούς τα οποία φαντάζοταν σαν μεγάλα ποτάμια στον νυχτερινό ουρανό. ΄΄Των φθαρτών δακρύων απόγονοι Κωπηλάτες των ματαίων λιμνών Αφήσαμε το γήινο δέρμα Και στον ψίθυρο των δέντρων ψαύσαμε Τα λόγια μας Για τελευταία φορά Τώρα στα μέτωπά μας γειτονέψανε άστρα!΄΄ Οδυσσέας Ελύτης. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι ο κόσμος μας είναι ένα συνηθισμένο μέρος,καθόλου παράξενο. Υπάρχει ένα είδος νυχτοπεταλούδας που ονομάζεται Sphinx Acherontia Lachesis. Στην πλάτη της φέρει ένα ευδιάκριτο σχήμα που μοιάζει με ανθρώπινο κρανίο! Ο Αχέροντας στην αρχαία ελληνική μυθολογία είναι ο Ποταμός χωρίς χαρά, ο Ποταμός της θλίψης. Η Λάχεση ήταν μία από τις τρείς Μοίρες,αυτή που όριζε τη διάρκεια της ζωής του κάθε ανθρώπου,το πεπρωμένο του,το τέλος του. Όλα τα πράγματα στη φύση έχουν ένα τέλος. Eίναι λοιπόν μια πεταλούδα της νύχτας που πετάει μέσα στη θλίψη του κόσμου,πάνω από το σκοτάδι του αιώνιου ποταμού των αναστεναγμών έχοντας στην πλάτη της ένα από τα πιό τραγικά και μακάβρια σύμβολα,μια απεικόνιση της φθοράς,του θανάτου,θα έλεγε κανείς πως το μικρό αυτό έντομο είναι ο ανταποκριτής της μεγάλης ανθρώπινης τραγωδίας,όλα είναι εφήμερα και περαστικά,η εντροπία σκεπάζει τα πάντα κι αυτή θα είναι η κατάληξη του κάθε ανθρώπου,ένα πρόσωπο που λιώνει στο πέρασμα των εποχών,μια νεκρή κεφαλή που δε θα μπορεί πιά να ονειρεύεται,να σχεδιάζει,να μεγαλουργεί,να ερωτεύεται και αυτό είναι που δίνει αξία στην κάθε στιγμή της ζωής μας,η γνώση της εύθραστης ύπαρξης,το δέος απέναντι στο θαύμα του τιτάνιου σύμπαντος,η ταπεινή μα αξιοπρεπέστατη θέση μας ανάμεσα στα μυστήρια και τους λαβύρινθους του Απείρου,όλοι θα φύγουν,όλα θα χαθούν,μα εμείς εξερευνούμε,ανιχνεύουμε,διηγούμαστε,αποτυπώνουμε αναμνήσεις,εμπνεύσεις,για να μπορέσουμε να αφήσουμε κάτι πίσω,κάτι που θα θυμίζει εμάς,τις μικρές,καταπληκτικές ζωές μας με όλα τα βάσανα,τους πόνους,τα γλέντια,τις ηδονές που μας συνόδεψαν,όλη η πορεία πρός το αναπόφευκτο τέλος,το ίδιο μας το πεπρωμένο,αποτυπωμένο πάνω στη ράχη μιας μικρής νυχτοπεταλούδας... Είναι μια πεταλούδα που παρατηρεί νεκρούς. Μια πεταλούδα που μιμείται νεκροκεφαλές. Είναι μια πεταλούδα που μεταφέρει το μήνυμα... Τί είναι αυτό που μας συνδέει πνευματικά και παραμένει αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων,αυτό που θέλει να μεταδωθεί μέσα απο εμάς; Άνθρωποι που ονειρεύονται και φαντασιώνονται τα πιό παράξενα πράγματα,συνταχθήκαμε όλοι σε μια ομάδα,σε μια πνευματική συμμορία,γίναμε οι εμπνευσμένοι ονειρευτές του κόσμου,γενναίοι ονειροναύτες των κόσμων της φαντασίας,όπως τότε έτσι και τώρα,συνεχώς ονειρευόμαστε κι άλλους κόσμους,απερίγραπτους,μοναδικούς κι έτσι προεκτείνουμε τον Κόσμο! Κοιτάξαμε μέσα στα όνειρα και είδαμε τους εαυτούς μας να πλάθουν καινούρια όνειρα,ο κόσμος αντικατόπτρισε τους κόσμους που ονειρευτήκαμε,μεγάλωσε τα όνειρά μας,μας προέκτεινε με τη σειρά του... Ορμούσαν οι καταιγίδες κι εμείς σκυμμένοι πάνω στο τζάμι ατενίζαμε τα τοπία,την μελαγχολία της φύσης που έμοιαζε ίδια,σε κάθε σημείο,γκρίζο παντού... Πόσο παράξενα χτυπούσαν οι καρδιές μας καθώς μιλούσαμε για ανέμους και ταξίδια μακρινά,για πολιτείες φωτεινές που αστράφτανε μες τον ορίζοντα της πιό βαθιάς μας νοσταλγίας! Η καρδιά ζητά πρώτα την ηδονή! Και η καρδιά μας οδηγούσε πέρα από τα γκρίζα σύννεφα,πίσω απ΄ τα ψηλά βουνά,σε έναν τόπο που κανείς μας δεν ήξερε κι όμως όλοι τον ποθούσαμε... Η καρδιά γεννούσε πατρίδες. Στη μέση ενός δωματίου,με μια καρέκλα κι ένα τσακισμένο τραπέζι και χάρτες παντού τριγύρω και βιβλία,πολλά βιβλία,κοιμόμασταν και ξυπνούσαμε πάνω στα βιβλία,τρεφόμασταν με ξερό ψωμί και απίθανες ιδέες και μας έφτανε μονάχα αυτό. Χαμένοι μέσα στα όνειρα,στους θρύλους και τα μυστήρια,σε παμπάλαιες στοές και ακατανόητες ιερογλυφικές γραφές,σ΄έναν κόσμο γεμάτο έκσταση που όλο τον πυρετό μας χάριζε,μεθύσια,παραισθήσεις,ψίθυροι κάτω από άστρα,μια όμορφη φωτιά,σαίτες χάρτινες που ταξιδεύαν για χώρες μακρινές και η αγάπη; Η αγάπη πάντα μπροστά,να μας προκαλεί,να την κυνηγάμε... Στα πέρατα,ξελογιασμένοι... Κούσκο,Μπουένος Άιρες,Νησιά Φερόες... Τα όνειρά μας απλωμένα παντού. Μες τη μουσική των ανέμων και στα τραγούδια των μικρών πουλιών,σε γαλάζιους ουρανούς και θάλασσες τρικυμισμένες,πιο άνθρωποι από ποτέ,τόσο όμορφοι μέσα στις τραγωδίες. Στα χιονισμένα όρη,τυλιγμένοι με κουβέρτες γύρω απ΄ τη φωτιά,ακούγοντας τα οράματα των Ινδιάνων,σε καταστρώματα παμπάλαια θαυμάζοντας τα τατουάζ των ναυτικών,Γιοχάνεσμπουργκ,Σίδνευ,οι κόκκινες ακτές στο Μαρόκο,τα θλιμμένα πρόσωπα στα λιμάνια όλου του κόσμου. Βαθιά στα μάτια μας η λαχτάρα ενός μικρού παιδιού,στην καρδιά ο πόθος ενός άντρα για μια μακρινή πατρίδα,στα χέρια μας η τρεμάμενη ανάμνηση από το χάδι ενός κοριτσιού... Ρότερνταμ,Σαγκάη,Γιβραλτάρ... Αγάπες πάντα μακριά.. Εμείς που ερωτευτήκαμε τη θάλασσα,μια απέραντη θάλασσα που δε μας χαρίστηκε ποτέ... Άγνωστοι στο Άγνωστο... Κυνηγήσαμε τα μυστήρια σε αφιλόξενα γεωγραφικά πλάτη,σκυμμένοι πάνω σε χάρτες και εγχειρίδια επιβίωσης,πλεύσαμε μέσα από καταιγίδες,χτυπηθήκαμε με τα κύματα,χαιρετήσαμε τα λιμάνια ψηλά απ΄την ανεμόσκαλα,μεθυσμένοι απ΄τους ανέμους που μας παρασύραν μακριά κι έπειτα στη στεριά,περάσαμε όλα τα σύνορα ακολουθώντας μονοπάτια μες τις ζούγκλες και στις κορφές παγιδευμένοι μες τα χιόνια,σε χωριουδάκια με άγνωστες επιγραφές και πρόσωπα ανθρώπων σημαδεμένα κι απ΄όλους τους ορίζοντες που διασχίσαμε,κανείς δεν ήταν δικός μας,πάντα ξένοι,πάντα στο πουθενά,είδαμε εικόνες πίσω από εικόνες,αποκρυπτογραφήσαμε τις προεκτάσεις τους,συναισθήματα κι αναμνήσεις που μας σπρώχναν πιο μακριά,στις επάλξεις των κάστρων,μαγεμένοι από τη θέα κι έπειτα στις γιορτές της άνοιξης,σε πυρετικούς χορούς με τσιγγάνικες παρέες,φούντωνε η φωτιά και έτρεφε τη θλίψη μας κι ένα βιολί δαιμονικό νανούριζε τη νύχτα,σκορπούσαν τα όνειρα πάνω απ΄τις πεδιάδες,ψηλά,στα ύψιστα σκοτάδια του ουράνιου θόλου,ο γαλαξίας φιδογύριζε μαζί με τα όνειρα,τα δικά μας όνειρα που ακόμα στροβιλίζονται στις γειτονιές του απείρου,ένας από εμάς έστελνε μηνύματα σε μια συχνότητα,σε κάποιον που άκουγε με έναν ασύρματο εκεί έξω,είμαστε ακόμα ζωντανοί έλεγε κι από φυγή σε φυγή,κάποτε ο δρόμος θα μας βγάλει στην αγάπη... ''Η καρδιά είναι το μυστικό μέσα στο μυστικό.΄΄

Ν.

Τα πλούσια μαλλιά της έχουν το χρώμα του φθινοπώρου,το καστανό χρώμα των φύλλων που πετούν για λίγο από ψηλά χαιρετώντας τα δέντρα,τον ουρανό,για να αφεθούν στην αγκαλιά της γής. Έχουν το καφετί χρώμα της πεδιάδας που λούζεται απ΄το ημίφως ενός βιαστικού δειλινού,λίγο ξανθό για να θυμίζει ένα τρελό καλοκαίρι,κάποτε... Τα λεπτά φρύδια της σε καλούν να ταξιδέψεις στις γραμμές μακρινών οριζόντων κι από εκεί να διασχίσεις τις απέραντες θάλασσες των ματιών της,μέσα στη θλίψη,στη γοητεία,στην εύθραστη ομορφιά της... Χαμηλώνει το βλέμμα και το πρόσωπό της γίνεται ηλιοβασίλεμα,ένα ηλιοβασίλεμα παγερό,με διάσπαρτα γκρίζα σύννεφα,τα χείλη της ριγούν,μοιάζει σαν κύκνος στην άκρη μιας λίμνης που κοιτάει τον χειμώνα να έρχεται με βλέμμα μελαγχολικό. Παράξενη κοπέλα,παράξενες ζωές μέσα σε έρωτες κρυφούς,ανομολόγητους...

Πάντα μέσα σου κρυμμένος.

Πάντα μέσα σου κρυμμένος. (Γράμμα απ΄την κόλαση.) Και να σε ψάχνω,απ΄ το Παρίσι μέχρι τη Ρώμη κι από το Βερολίνο στα στενά της Πράγας,μόνος στους καταυλισμούς των χίπις,θυμάσαι το όνειρο Αμέρικα;τη μεγάλη βόλτα που λέγαμε να κάνουμε αρχές της άνοιξης μέχρι να μας προλάβει το φθινόπωρο,Αριζόνα,Μοχάβε,Λας Βέγκας,Καλιφόρνια μαγεία,εσύ κι εγώ,η παλιά μηχανή κι ο άνεμος γαντζωμένος στα μαλλιά σου... Σε μια συνοικία της Αργεντινής ένα ζευγάρι να χορεύει βάλς κι εγώ ακίνητος να βλέπω εσένα,η βροχή,τα ηλιοβασιλέματα,τα σύννεφα,όλα να σε θυμίζουν... Και να σε ψάχνω,σε ένα μικρό ξενοδοχείο στο Λονδίνο και σε έναν κήπο κάπου στη Μαδρίτη,παιδιά να παίζουν και να τρέχουν τριγύρω κι εγώ ακίνητος να βλέπω εσένα... Εγώ,που το μόνο που ήθελα είναι να ταξιδεύω πάνω στα στήθη σου και το μόνο που ήθελα να έχω είναι ένα άγγιγμα,μια μυρωδιά σου,ένα φιλί,έστω και το πιο μικρό και να μην καταλαβαίνω καθόλου τί γίνεται γύρω μου και να έχω ξεχάσει το όνομά μου και να έχω ξεχάσει τα πάντα εκτός από εσένα και να θυμάμαι τα πιό ανόητα πράγματα και να λατρεύω τα κοκκαλάκια στα μαλλιά σου και τα ξεφτισμένα κορδόνια που φορούσες στα χέρια σου και το μονοπάτι που σχηματίζουν οι φακίδες πάνω στο μέτωπό σου και να σκέφτομαι μόνο τα μάτια σου και να σκέφτομαι μόνο τα πονηρά χαμόγελά σου και πώς λύγιζες γεμάτη πάθος τη μέση σου και πόσο σου άρεσε να τρώς παγωτό βανίλια και ποτέ να μή μου δίνεις και να σκέφτομαι ο τρελός τα νιάτα σου,τις νύχτες σου,τα καλοκαίρια σου και να σκέφτομαι ο τρελός μόνο εσένα,μόνο εσένα,μόνο εσένα... Κι όταν ξυπνάω να ψιθυρίζω το όνομά σου κι όταν κοιμάμαι να σου λέω καληνύχτα χωρίς να ξέρω που βρίσκεσαι. Κι όταν μου λείπεις πολύ να σφίγγω σφιχτά τα χέρια μου σαν να σ΄έχω αγκαλιά κι εσύ πάλι να λείπεις. Και στο δρόμο όπου κοιτάζω να βλέπω γυναίκες που σου μοιάζουν μα να μην τις θέλω. Και να σε ψάχνω μέσα σε κάθε μαγαζί και πότε πότε να ακούω την φωνή σου και να τρέχω να σε προλάβω κι εσύ πάλι να λείπεις... Και να ψάχνω μέσα στα αυτοκίνητα,πίσω από κάθε τζάμι και οι θαμπές φιγούρες να με σκοτώνουν κι αυτές που σου μοιάζουν να με ανασταίνουν και πάλι απ΄την αρχή... Και να ξέρω πως είμαι χαζός μα εγώ να φωνάζω σ ΄αγαπώ και να βγαίνω στους δρόμους κάθε μέρα και να περπατώ πέρα δώθε σαν χαζός και να αγαπάω σαν χαζός και να τραγουδάω σαν χαζός όλο και πιο δυνατά,ασταμάτητα... Και να μαι αυτός που πάντα ήμουν,να μην αλλάζω και να θέλω τόσο πολύ να γίνω αυτό που ποτέ δεν ήμουν,αυτό που πάντα θα ήθελες να είμαι και μέσα στη θλίψη των στιγμών να νιώθω τόσο άδειος,τόσο ανίκανος και να πονάω έτσι όπως δε πόνεσε ποτέ κανένας άντρας και να μου λείπεις σαν παράδεισος και να μου λείπεις σαν κόλαση κι όταν ο πόνος γίνεται αφόρητος να σφίγγω τα χέρια μου δυνατά σαν να σ΄έχω αγκαλιά κι εσύ πάλι να λείπεις... Και να βλέπω τον εαυτό μου σ΄ένα όραμα να ξοδεύει εκατομμύρια στιγμές μαζί σου... Να καίγομαι μέσα στα καλοκαίρια σου και να ανασταίνομαι στην αγκαλιά σου. Να κάνουμε έρωτα στο πάτωμα και να κοιμόμαστε ακριβώς εκεί και να ξυπνάμε εκεί και πάλι να σου κάνω έρωτα. Να βλέπουμε τα καίκια που ξεχύνονται στο πέλαγος και η θάλασσα να μην είναι ποτέ τόσο όμορφη όπως οι θάλασσες των ματιών σου. Να βγαίνουμε στη βροχή και να χορεύουμε,να γεύομαι τη βροχή πάνω στο σώμα σου και να ακολουθώ τα ίχνη σου στην άμμο και να στέκομαι να σε κοιτάζω από μακριά,να βαδίζεις ανάλαφρα σαν θαλασσοπούλι στην άκρη στο κύμα. Να σου βρίσκω κοχύλια με χίλια χρώματα και να φαντάζομαι ένα κολιέ γαλάζιο στο στήθος σου και να ακουμπάω εκεί για ώρες ψιθυρίζοντας σ΄αγαπώ,σ΄αγαπώ,σ΄αγαπώ... Και να σε καρτερώ στην άκρη του δρόμου με μια κιθάρα και να σου τραγουδώ,την ομορφιά σου να τραγουδώ,τα άπιαστα νιάτα σου. Κι όταν σε βλέπω να μου κόβονται τα πόδια,σαν να αντικρύζω την πιό ερωτική Παναγιά και να μένω ακίνητος,με βλέμμα χαμένο,ένα άγαλμα ερωτευμένο. Κι όταν ακούω τον άνεμο να σφυρίζει μες τις αυλές του χειμώνα να κουρνιάζω πιο βαθιά μέσα στην αγκαλιά σου και να ονειρεύομαι,σαν παιδί να ονειρεύομαι... Και να σου κάνω έρωτα σαν ναύτης που είχε χρόνια να βγει στη στεριά,σαν τελευταία νύχτα, και να πίνω κρασί απ΄ το στόμα σου, και να πίνω κρασί απ΄ τα στήθη σου, με σένα να μεθώ. Απόδρασε μαζί μου...σε μια νέα ζωή...

Στ΄ανοιχτά...


Οι σπίθες απ΄ το τσιγάρο του Καπετάνιου χόρευαν αγκαλιά με τον άνεμο σαν μικρές μεθυσμένες πυγολαμπίδες,μόνοι κάτω απ΄ τις Πλειάδες,στη μέση μιας απέραντης θάλασσας ατενίζαμε με δέος το Άπειρο...
Ο Καπετάνιος μας ήταν ένας πολύ σοφός άνθρωπος,είχε ταξιδέψει σε όλες τις θάλασσες του πλανήτη,γνώριζε όλους τους αστερισμούς,τα γένη των νεφών,προέβλεπε σωστά τον καιρό και μέσα στην καμπίνα του στιβαζόταν κάθε λογής παράξενα αντικείμενα,παμπάλαιοι χάρτες,πυξίδες με καλλίγραμμες διακοσμήσεις,δεκάδες σπάνια βιβλία και εγκυκλοπαίδιες με πλούσιες εικόνες,χειροποίητα φυλαχτά ιθαγενών,φωτογραφίες με νεφελώματα και κομήτες,έβγαινε κάθε νύχτα στο κατάστρωμα και κοιτάζοντάς τον να ατενίζει τον σκοτεινό ορίζοντα,τυλιγμένος με τη χοντρή,μαύρη κάπα του,καταλάβαινες πως με το νού του ταξιδεύει παντού,σε όλα τα μέρη της γής.

΄΄Λοιπόν,αυτό που χρειαζόμαστε φίλε μου είναι ένας σαρωτικός αιφνιδιασμός της Πραγματικότητας!
Πρέπει να αλλάξουμε την κατάστασή μας!
Να δούμε τον κόσμο με άλλα μάτια!
Να αλλάξουμε πραγματικότητα!
Αν όχι εμείς,τότε ποιός;ποιός θα το κάνει για εμάς;
Εμείς είμαστε η ελπίδα του μέλλοντος.
Είμαστε σημάδια του χρόνου.
Είμαστε τα εύθραστα κορμιά που φθείρονται και ξεχνιούνται αλλά και οι ψυχές πέρα απο τον χρόνο.
Είμαστε Πνεύμα και Τέχνη.
Είμαστε παράξενα,περιπλανώμενα φαινόμενα.
Είμαστε χαοτική τάξη κι οργανωμένη αταξία.
Είμαστε ΄΄κόσμοι μέσα σε κόσμους,μέσα σε κόσμους...΄΄
Οι ψυχές μας ποθούν την περιπλάνηση,τα ταξίδια,την περιπέτεια.
Είμαστε παράξενα όντα που εξερευνούν έναν παράξενο κόσμο,κανείς δε ξέρει από πού ήρθαμε,πού πηγαίνουμε και πού θα καταλήξουμε,δε σταματάμε όμως ποτέ να εξερευνούμε!
Ταξιδεύουμε πάνω στις αχανείς εκτάσεις μιας γαλάζιας σφαίρας που ταξιδεύει με τη σειρά της μέσα σε ένα απέραντο,αχαρτογράφητο σύμπαν.Φαντάζουμε σαν κάτι πολύ μικρότερο από ένα κόκκο άμμου μέσα στην κοσμική αμμουδιά του διαστήματος,κι όμως,η τραγωδία μας είναι η πιό όμορφη σε ολόκληρο τον κόσμο,γνωρίζουμε την εύθραστη ύπαρξή μας,το εφήμερο και το ακατόρθωτο,μα ονειρευόμαστε,ελπίζουμε σε κάτι καλύτερο,συνεχώς ποθούμε νέα πράγματα,νέες καταστάσεις,δημιουργούμε φαινόμενα,χτίζουμε το μέλλον...
Μέσα στην τραγωδία των πάντων που μας κυκλώνει,στο κέντρο της μάχης με την ύλη και τον θάνατο,είμαστε άνθρωποι καταπληκτικοί που αλλάζουν,όντα γενναία που αντιστέκονται,μοναδικές ευκαιρίες με υπέροχες δυνατότητες,θαύματα απερίγραπτα,απρόβλεπτα!
Ο κόσμος αντικατοπτρίζεται μέσα στα μάτια μας,στις σκέψεις μας,πάλλεται μες τα μοναδικά κύτταρά μας.
Εμείς,τα μάτια του κόσμου,η φαντασία του,τα όνειρα που βλέπει ο κόσμος μέσα απο εμάς.
Τα όνειρα που πλάθουνε κόσμους,τα όνειρα που ονειρεύονται οι άνθρωποι,τα όνειρα των παιδιών του κόσμου,τα όνειρά μου,τα όνειρά σου,τα δόλια όνειρά μας...
Καταλαβαίνεις τί σου λέω;
Είμαστε άνθρωποι!
Μπορούμε!
Όλα βρίσκονται μπροστά μας,μπροστά στα μάτια μας,εμπρός στα πόδια μας,όλα μπροστά,προς τα εκεί πορεύονται και τα όνειρα,οι πόθοι,οι ελπίδες μας.
Μπορούμε να σχεδιάσουμε όμορφα αγάλματα,να τραγουδήσουμε την αγάπη,να παγιδεύσουμε τις στιγμές σε μια φωτογραφία,να χαρτογραφήσουμε πλανήτες.
Μπορούμε να χαράξουμε πορείες προς το Άγνωστο κοιτώντας μες απ΄τις διόπτρες γιγάντιων τηλεσκοπίων τους μακρινούς,μελλοντικούς προορισμούς μας.
Συνεχώς εξερευνούμε,ανακαλύπτουμε,εξελ​ισσόμαστε...
Είμαστε άνθρωποι!
Μπορούμε!΄΄

΄΄Μα είναι τόσο δύσκολο Καπετάνιε μου΄΄,του απάντησα,΄΄δε γνωρίζουμε τί συμβαίνει στην άλλη άκρη του κόσμου μας,τί υπάρχει πέρα από εκεί,δε μπορούμε να χαιδέψουμε τα πολύχρωμα νεφελώματα,να ακούσουμε την καρδιά των ήλιων,όλα τα άστρα στον ουρανό τα βλέπουμε ίδια,είμαστε αδύναμοι μπροστά στο άπειρο,ανικανοποίητοι...
Πώς να κοιτάξουμε πέρα από το παραπέτασμα του χώρου και του χρόνου,πίσω από τα σκοτεινά κοσμικά πέπλα,πώς θα αγγίξουμε τα θαύματα;Τα πάντα γύρω μας είναι τόσο παράξενα,ο κόσμος όλος ακατανόητος,μυστήριος,η ζωή μας είναι ένας διαρκής αγώνας ενάντια σε αμέτρητα προβλήματα,γύρω μας υπάρχει πείνα,πόλεμοι,θάνατος,αδικίες,όλα τα δεινά του κόσμου έρχονται κατά πάνω μας,το κακό κρύβει καθετί όμορφο.΄΄

Το βλέμμα του χάθηκε ψηλά στον ουρανό και διέσχισε μεμιάς απ΄άκρη σε άκρη την φωτεινή σπείρα του γαλαξία που φιδογύριζε αργά πάνω απ΄το κεφάλι μας.
Χαμογέλασε και μου απάντησε με φωνή ήρεμη:
΄΄Όταν δημιουργείς κάτι κακό στον κόσμο τότε αυτόματα ο κόσμος γίνεται χίλιες φορές πιο άσχημος.
Άν όμως πράξεις ένα καλό,μονάχα ένα,ά!,τότε ο κόσμος φίλε μου γίνεται αυτόματα χίλιες φορές πιό όμορφος!
Οι όμορφοι άνθρωποι,αυτά τα φωτεινά πνεύματα που ακτινοβολούν σαν άστρα,δίνουν λίγο από την ομορφιά και την λάμψη τους στον υπόλοιπο κόσμο αλλά και η ομορφιά του κόσμου αντανακλάται πάνω τους,παντού ολόγυρά τους!
Ναί,αυτό χρειαζόμαστε,ανθρώπους όμορφους,αλτρουιστές,ονειροπόλους,ανθρώπους ελεύθερους!
Ούτε οι βόμβες,ούτε τα τουφέκια,ούτε τα μαχαίρια μπορούν να φέρουν την αλλαγή,μόνο οι καρδιές,οι καρδιές και οι εμπνεύσεις τους!
Είναι αστείο να θέλουμε εμείς να είμαστε τόσο συνηθισμένοι,τόσο προβλέψιμοι μέσα σε αυτόν τον απέραντο,αχαρτογράφητο,απρόβλεπτο κόσμο...
Οι καρδιές που κινούνται με τόλμη προς το μυστήριο θα βρεθούν να βαδίζουν μέσα σε αυτό,θα αναπνέουν μυστήριο και ίσως κάποτε να το γεωμετρήσουν...΄΄

Σήκωσε τα χέρια του ψηλά σαν να αγκάλιαζε ολόκληρο τον κόσμο και μες τη συγκίνηση της στιγμής μου είπε:
΄΄Παντού εκεί έξω βλέπεις τον κόσμο,τα φαινόμενα και τις πολύπλοκες προεκτάσεις τους,είναι το πνεύμα σου που αντικρύζει το μεγάλο πνεύμα του κόσμου.Με τη φαντασία σου δημιουργείς όνειρα κι επιθυμίες που υλοποιούν το πνεύμα σου στον κόσμο,η ομορφιά του κόσμου με τη σειρά της πνευματοποιείται μέσα σου και ζωντανεύει τον κόσμο των ιδεών,το μαγικό σύμπαν των εμπνεύσεων,εκεί που γεννιούνται όλες οι υπερβάσεις.
Η θολή ανάμνηση μιας ατέλειωτης νύχτας σε ξένο τόπο,οι αέναες περιφορές των άστρων,τα πρωτοβρόχια,η μελαγχολία των φθινοπωρινών δειλινών,μια σελίδα με ποιήματα,ένας μάυρος πίνακας με άγρια άλογα,ένα γυναικείο χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις,τα ευωδιαστά ηράνθεμα,όλα είναι ομορφιά που απλώνεται παντού ολόγυρά μας.Η εικόνα ενός καλοκαιρινού τοπίου με μια απέραντη θάλασσα απο στάχυα παίρνει τη μορφή ενός μελαγχολικού ποιήματος και φέρνει στο νού την αθώα,παιδική ανάμνηση ενός ανέμελου καλοκαιριού γεμάτο παιχνίδια και τραγούδια,μέσα στη φαντασία σου εκείνο το παιδί είναι ολοζώντανο,τρέχει,εξερευνεί κι ανακαλύπτει,είναι ένα πνεύμα ελεύθερο που ταξιδεύει μέσα στο πνεύμα του κόσμου,είσαι εσύ,που κάποτε ήσουν παιδί κι όπως τότε έτσι και τώρα συνεχίζεις το μεγάλο ταξίδι μέσα στον κόσμο του πνεύματος,μαθαίνεις τον εαυτό σου και τον κόσμο,τους άλλους κόσμους πέρα απο τον κόσμο,όλους τους κόσμους...
Ξέρεις,είναι πολύ παράξενο,μπορείς να φτάσεις στην άλλη άκρη της γής,να διαβείς ερήμους και να σκαρφαλώσεις στις πιο ψηλές κορυφές μα όταν γυρίσεις πίσω δε θα μπορείς να εξηγήσεις σε κανέναν αυτό που είδες και κυρίως αυτό που ένιωσες,οι άλλοι άνθρωποι μπορούν μόνο να το φανταστούν,όσοι θα θελήσουν,αυτό και τίποτε άλλο.Οι περισσότεροι πιστεύουν πως ο κόσμος είναι μόνο αυτό που έχουν δεί με τα μάτια τους,όσα έχουν ζήσει στην μικρή γειτονιά τους.Ξεχνούν πως αυτή τη στιγμή ο άνεμος τραγουδά πάνω στους παγωμένους κώνους των ηφαιστείων της Ιαπωνίας και τα καράβια παλεύουν με τα κύματα στ΄ανοιχτά του Ειρηνικού,την ίδια στιγμή που ένα ηλιοβασίλεμα λούζει με το λυκόφως του την Αφρική και κάπου μακριά μες το Παρίσι ένα ζευγάρι ερωτευμένων φιλιέται στη βροχή,την βροχή που ταξίδεψε όλο το βράδυ πάνω απο την Ισπανία και αύριο θα ενωθεί πάλι με την θάλασσα,την αιώνια θάλασσα που χρόνια τώρα ορμά πάνω στα ακρωτήρια της Ιρλανδίας,τη θάλασσα που δεν γνώρισε ποτέ του ένας Ρώσος κυνηγός που ζεί βαθιά μέσα στα δάση της Σιβηρίας,που τις νύχτες ονειρεύεται ένα ταξίδι μακρινό στα φαράγγια του Κολοράντο,εκεί που ο άνεμος,ο ίδιος άνεμος πάντα,αυτός ο άνεμος που σφυρίζει έξω απ την πόρτα της καλύβας του,ανεμίζει απο τότε τα μαύρα,μακριά μαλλιά μιας νεαρής Ινδιάνας και κανείς στην Ευρώπη δεν βλέπει το φεγγάρι όπως φαίνεται τις νύχτες πάνω απ΄ το Γκράντ Κάνυον και το γαλάζιο ημίφως της αυγής που αγκαλιάζει την Αλάσκα...
Ακόμα κι αν έζησες στις Ινδίες ή στις ερημιές του Μεξικού ή σ΄έναν πύργο κάπου στη Σκωτία,όλες τις βροχές τις είδες ίδιες,τις αστραπές και τα κονσέρτα κάθε καταιγίδας,τις αποχρώσεις των συννέφων που σε παρέσυραν μακριά,στα μονοπάτια άλλων τόπων.Μια χώρα σε περιμένει στην άκρη του ορίζοντα,ο άνεμος που γνωρίζει όλες τις διαδρομές,αυτό το πανόραμα του κόσμου που ξεχύνεται μέσα σου πλάθοντας όνειρα κι ελπίδες που σε οδηγούν με τη σειρά τους σε άλλους παραλλήλους...΄΄

Μείναμε και οι δυο σιωπηλοί για λίγο,η νύχτα ήταν όμορφη,το αεράκι φυσούσε απαλά...

΄΄Η θάλασσα Καπετάνιε,αυτή η μεγάλη θάλασσα με τα σκοτεινά νερά της,τα ποντοπόρα καράβια στη μέση του πουθενά και πιο πέρα η πολυπόθητη στεριά,οι κάμποι και τα βουνά της,οι πολιτείες φωτισμένες στο βάθος του ορίζοντα...
Να μπορούσαμε να βρεθούμε μες την καρδιά του κόσμου!
Να αφουγκραστούμε τα μυστήρια,τα αληθινά μυστήρια,να χορτάσουν τα μάτια με θαύματα,στο βλέμμα μας να κατοικήσει η ομορφιά και στην καρδιά η απόλυτη ηδονή!
Θα ΄θελα να είμαι μέσα στις βροχές Καπετάνιε,μες τους ανέμους και τις καταιγίδες,να χαιδεύω τα σύννεφα,να αναπνέω τις ατμόσφαιρες,να αισθάνομαι την καρδιά του κόσμου που πάλλεται δυνατά μέχρι τα πέρατα!΄΄

΄΄Ναί φίλε μου,εκεί στο άγνωστο,ξεθωριασμένοι,ζαλισμένοι απ΄τους ανέμους,να γεωμετρούμε με αγωνία πανάρχαια μυστήρια,μέσα σε χάρτες,ημερολόγια πορείας και απελπισμένα οράματα νυχτερινά...
Στο άγνωστο με βάρκα την Ελπίδα...
Και σαν να μην συμβαίνουν τώρα όλα αυτά;΄΄

Φυσικά,είχε δίκιο,ταξιδεύαμε μες τη νύχτα προς το Άγνωστο και δεν χρειαζόμασταν τίποτα άλλο εκτός από τις ελπίδες μας,τίποτα άλλο...

Τα μάτια του έλαμψαν παράξενα κι έσφιξε το τσιγάρο δυνατά μέσα στα ξεραμένα χείλη σαν να ρουφούσε ολομιάς τον πόνο της καρδιάς του.


΄΄Αν όχι εμείς,τότε ποιός;ποιός θα το κάνει για εμάς;΄΄.

Τακικάβα.


Τρίτη συμφωνία σε σολ μείζονα,της Εκπλήξεως.
Εγώ που αγγίζω...
Εσύ να αγγίζεσαι...
Η βλακεία...
Το να περπατάς δίχως αριθμούς,να πλαγιάζεις δίχως Πέμπτη,να παρατηρείς τον ουρανό και αντί για άστρα να βλέπεις σπίρτα,σπίρτα αναμμένα φυσικά...

(Για μια ακόμη φορά γίνομαι χρονοταξιδιώτης,το ξέρω,δεν είμαι απο εδώ...)
Μια γάτα παρατηρεί την μελαγχολία της Ανθής,μώβ άνθρωποι σε γαλάζιο φόντο,τα σακατεμένα άκρα,C'est la vie mon amie...
Το στιγμιότυπο ενός δειλινού,ένα κλειδί κάπου στη Θεσσαλονίκη,κυκλάμινα.
Έπειτα,ας μην το ξεχνάμε,υπάρχει κι ο Φάνης.
Ο Φάνης είναι ταχύς,ο Φάνης είναι σφαίρα,δυστηχώς όμως πάντα συλλαμβάνεται σε θέση όφσάιντ...

Μικρή ενόχληση του λαιμού,γαργάρες επαναλαμβανόμενες.
Οι ουτοπίες ενός πιονιού,φτηνές σκιές για πλούσια μάτια,οι αιφνίδιες ανωμαλίες,τα τιμόνια που αρνούνται να στρίψουν μα κι αυτά που στρίβουν και στρίβουν σαν σβούρες χωρίς σταματημό,σημεία Τζί,λογάριθμοι,ψευδοαναμνήσεις,εγχειρίδια για εγχειρισμένους χοίρους,Συνειδηπόρος.
Μπαμπά!Μαμά!Τα μωρά δεν θηλάζουν πιά!
Ένα πουλί που διασχίζει τον Γαλαξία,μια μέρα που ξεκίνησε πρίν απο λίγο στον πλανήτη Άρη,ένα χέρι που τολμά να ζωγραφίσει μουσική,ταξίδια με πύραυλο,φυσική δωματίου,κυματοχορδές,π αντί για χ,είναι τα τακούνια,τα αδίστακτα τακούνια!

Όλα τα παραπάνω σαφώς και συνδέονται.
Τα ενώνει η θεωρία Σαρλό,το φαινόμενο Τέχνη,η ιστορία του αυνανισμού,οι λευκές κελεμπίες,ένας ιμάμης στο Ιράν,το μάγναστρο SGR 1900+14,η χωροφυλακή,ένα άγαλμα του Ναπολέοντα,οι ασάλευτες εικόνες πάνω στο παγωμένο τζάμι ενός καθεδρικού ναού.

9.

Τα γαλάζια ιγκουάνα αναπνέουν ελεύθερα στα ριζοχώραφα της Κίνας,δηλαδή πολύ απλά το γιατί ενός δρόμου στην ύπαιθρο.
Το τέχνασμα και η προοπτική μιας καταιγίδας είναι η πιό παλιά ανάμνηση ενός μαμούθ,μαμούθ ναί!
Οι βροχές σαν κυνηγόσκυλα.
Τα βελανίδια.
Οι μεγαλύτερες μάχες έχουν δοθεί πάνω στο κλωνάρι ενός πεύκου και κανείς δεν δικαιούται να αμφιβάλλει για το γάλα μιας φωταγωγημένης νύχτας.
Βλακεία,βλακεία μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι!
Απατηλά ποσοστά ελευθερίας σ΄αυτούς που αγωνίζονται για την απόκτηση μίας οδοντιατρικής καρέκλας ή μιας φτηνής μασέλας,το ίδιο κάνει.
Ώ Μόσχα!
Ώ Παρίσι των φτωχών θεών!
Αντικατοπτρισμοί των ανωτέρων διαστάσεων!
Στην έρημο αρχίζει πάρτυ!

Πτερύγια στο 3,γκίαρ ντάουν,ετοιμαστείτε για προσγείωση.

Στην γλώσσα μου δεν ξεχωρίζουν οι πλανητικές τροχιές από τα κυκλικά φιλιά πάνω σε μία ρώγα,οι αγάπες,τα φθινόπωρα,ήταν απο τότε ένα και η γλώσσα μου φιλά μα ταυτόχρονα ΓΡΑΦΕΙ.
Οι λέξεις μου είναι ερεθιστικές μα και συνάμα ερεθισμένες.
Πολύ.

Into my Vortex.


Satellites,sensors,the vacuum of space inside a wine bottle,delicate and pleasant smell of mushrooms,excitability...
An Eye inside the Desert,the lonely Big Desert,the eye of the Lizard,the restless
Eye...
The spell come to the desert,the wind,the sand dunes,a small fire far away,all magic!
The Eye observes the sky,the long spiral of the galaxy,the star trails,there is a memory,incomprehensible but there is...
Tears drop,colorful lasers,bottles empty but may be not,the human heart burns,burns like hell,incapable of feeling the moment,the beat of the lizard´s heart...

΄΄Όλα είναι Μύθος.΄΄


Νυχτερινή σιωπή...
Ο ουρανός γεμάτος κόκκινα άστρα που φλέγονται...
Παλάτια πάνω στα δέντρα...
Εκκεντρικές ιδέες γεννιούνται μες το σκοτάδι,ατίθασες,δραπετεύουν σιγά σιγά ακολουθώντας τις έκκεντρες τροχιές τους προς τα άκρα,στα σύνορα της λογικής,ο νούς χάνει τον έλεγχο,η φαντασία κυριεύει και κυριεύεται...
Σε ένα παλιό,μισογκρεμισμένο σπίτι ένας ζωγράφος ζωγραφίζει ξυπόλητος,στον πάνω όροφο τις νύχτες ακούγονται παράξενες φωνές,μια οπτασία που ταξιδεύει από πίνακα σε πίνακα,σκέψεις ποτισμένες με έκσταση,πνευματική αναρχία...
Μικρά ενθύμια από ένα ταξίδι στις Ινδίες,ένα λουλούδι που με κάποιον απερίγραπτο τρόπο είναι όλα τα λουλούδια μαζί,μια λίμνη ακίνητη μες το δείλι,ένας ουροναξύστης με γκρίζα όψη κι απο πίσω πάντα το ίδιο φόντο,τα ίδια σύννεφα,στην ίδια θέση,δεν αλλάζουν ποτέ...
Η Νέα Υόρκη βυθίζεται,η γυναίκα Nein,immer nein,ένας τρελός ποιητής που είχε βάλει σκοπό να μεταφέρει σε στίχους όλη την επιφάνεια του πλανήτη,μπόρες καλοκαιρινές που βρέχουν μελαγχολία,παντού μελαγχολία,είμαστε θραύσματα μιας κοσμικής έκρηξης που σκόρπισε μελαγχολία στα πέρατα,τιτάνιες συγκρούσεις γαλαξιών,παλλόμενοι μεταβλητοί αστέρες RR Lyrae,η θλίψη μου απλώνεται έως το άπειρο,στο χάραμα μιας νέας εποχής ή στο τέλος των πάντων,ένας άγγελος περπατά σιωπηλός στην άκρη του ορίζοντα,άνθρωποι τραγικοί που ζούνε όλη τους τη ζωή μέσα σ΄ένα μικρό δωμάτιο,ένα παλιό,αγαπημένο βιβλίο που χάθηκε σε μια άλλη διάσταση,η αύρα ενός αξέχαστου καλοκαιριού,τα θαλασσοπούλια ακίνητα πάνω στον γαλάζιο φάρο,μια οπτασία όμορφη σαν ηλιοβασίλεμα,κάπου μακριά,κάποιος ψάχνει τα μάτια της...
Οι σκέψεις μου σκορπίζονται,φεύγουν μακριά,σαν διαβατάρικα πουλιά που πετούν γοργά πάνω απο μια έρημη κοιλάδα...

Θέλω να γράψω κάτι διαφορετικό...
Να περιγράψω το χλωμό πρόσωπο μιας χορεύτριας που λικνίζεται μέσα σ΄ένα σύννεφο καπνού,σε ένα υπόγειο καμπαρέ,στα προάστια του Βερολίνου.
Θέλω να γράψω για την μελαγχολία των ναυτικών,για τα λιμάνια που πάντα φαντάζουν τόσο μακρινά...
Στην Πράγα ψιχαλίζει...και είναι καλοκαίρι...
Θέλω να γράψω για μια πατρίδα...

Στο Μαρόκο,τα παιδιά μαζεύονται τις νύχτες στην παραλία και ξαπλωμένα όλα μαζί,το ένα δίπλα στο άλλο,φτιάχνουν πάνω στην άμμο σχήματα που μοιάζουν με αστέρια...
Κανείς δεν έχει δεί ένα άστρο από πολύ κοντά κι όμως,παρατηρώντας τα από τόσο μεγάλη απόσταση νιώθουμε όλοι ένα αίσθημα νοσταλγίας,τους δίνουμε ονόματα σαν να ήταν φίλοι μας...
Στις αχανείς εκτάσεις των ερήμων της Αυστραλίας οι Αβοριγίνες κάνουν την Μεγάλη Βόλτα,ταξιδεύουν βαθιά,στην κόκκινη καρδιά της ηπείρου,ακολουθώντας την πορεία των αστερισμών στον νυχτερινό ουρανό κι εκεί μέσα στο σκοτάδι,κάτω από τον γαλαξία που φιδογυρίζει αέναα,σιγοψιθυρίζουν:
΄΄Είμαστε όλοι επισκέπτες σ΄αυτό το χρόνο, σ'αυτό το μέρος,απλοί περαστικοί.
Σκοπός μας εδώ είναι να παρατηρήσουμε, να μάθουμε, να αναπτυχθούμε, ν'αγαπήσουμε...και μετά επιστρέφουμε σπίτι. ΄΄

Θέλω να σχεδιάσω το πανόραμα του κόσμου,να περιπλανηθώ μέσα σε αλλόκοτες γεωγραφίες...
Θα ταξιδεύω με τα τρένα στα χωριά του Εκουαδόρ,θα κοιμάμαι σε μικρά πανδοχεία ακούγοντας τη βροχή να κυλάει στο τζάμι και θα διαβάζω βιβλία για τις επαναστάσεις στην Λατινική Αμερική,έξω απ΄το παράθυρο θα με χαιρετούν οι μεγαλοπρεπείς κώνοι των ηφαιστείων,θα μου λείπει πολύ η όμορφη Άννα που έφυγε τόσο βιαστικά απ τη ζωή μου κι εκείνη η νύχτα στο Παρίσι και η μυρωδιά των κόκκινων κεριών,ο χρόνος θα κυλάει αργά και οι αναμνήσεις θα έρχονται και θα φεύγουν σαν κύματα,ξανά και ξανά,μες την απέραντη θάλασσα του νού μου...
Θυμάμαι τώρα,είμαι πάνω στο βουνό,καβάλα στο άλογο μου,στο φεγγαρόφωτο,έχω φύγει μακριά και ψιθυρίζω το τραγούδι:
΄΄Προς το Βορρά θα πάς,καβαλάρης προς το Βορρά,πέρα μακριά...΄΄
Μα έχω μείνει ακόμα μέσα στα βιβλία με τα παραμύθια και τις αθώες ζωγραφιές και στα θαμνάκια του δημοτικού που παίζαμε κρυφτό με φίλους παιδικούς μα και σε εκείνη την πλαγιά όπου πετούσαμε ανέμελα πολύχρωμους χαρταετούς και στα λιβάδια με το ξανθό σιτάρι που αστράφτανε μες τον μεσημεριάτικο ήλιο κι ακόμα ταξιδεύω μες την απέραντη θάλασσα πάνω σε καραβάκι χάρτινο,θαλασσόλυκος μετά από τόσα χρόνια,αγκαλιά με τους ορίζοντες και τις μεγάλες καταιγίδες.
Υπάρχει ένα ακρωτήριο στο Πουέρτο Ρίκο όπου τα κύματα σκάνε με δύναμη πάνω στα κατακόρυφα βράχια και ο θρύλος λέει πως κάποιες νύχτες μπορείς να δείς τα φαντάσματα των πλοίων να παλεύουν με τα άγρια νερά κι ακούς τις καμπάνες τους που χτυπούν δυνατά καλώντας για βοήθεια...
Το ημερολόγιο του Ρόμπινσον Κρούσο είναι γεμάτο με λίστες,σελίδες ολόκληρες με προετοιμασίες και σχέδια για μια μοναχική διαβίωση.
Μια ξύλινη καλύβα από μπαμπού κι ένα μικρό παρατηρητήριο ψηλά στα βράχια,με θέα το ηλιοβασίλεμα,σε ένα έρημο νησί στη μέση του πουθενά...

Θέλω να γράψω για τους κρυφούς κοσμούς,για τα μυστήρια,για τον χρόνο που πέρασε,για τον χρόνο που όλο έρχεται και ξαναέρχεται και κυρίως για αυτή την μοναδική,απερίγραπτη στιγμή που γράφω τώρα η οποία έγινε κιόλας παρελθόν...
Να γράψω τα πάντα για τον κόσμο,να ξαναγράψω όλα τα βιβλία του κόσμου,να διηγηθώ την ιστορία μου αλλά και όλες τις ιστορίες,όλων των ανθρώπων,ακόμα κι αυτές που δεν διηγήθηκε ποτέ κανείς...
Θέλω να επισκεφθώ όλες τις βιβλιοθήκες,να δώ τις εικόνες απο όλες τις εγκυκλοπαίδιες,να γνωρίσω τους βιβλιοθηκάριους που ζούνε όλη τη ζωή τους μέσα στα βιβλία.
Θέλω να γίνω λεξικογράφος,να ανακαλύπτω σπάνιες λέξεις,θα είμαι ένας κυνηγός παράξενων ουσιαστικών,εκκεντρικών ρημάτων κι ακατανόητων επιθέτων.
Θέλω να ζήσω στο σύμπαν μιας τέλειας πρότασης...

΄΄Κανείς δεν είναι κάποιος αλλά ένας μόνον αθάνατος άνθρωπος είναι όλοι οι άνθρωποι...΄΄*


Θέλω κάποιος να καταφέρει να μιλήσει για όλα αυτά όταν εγώ θα έχω φύγει απο εδώ...
Κάποιος να διηγηθεί την ιστορία μου,την ιστορία μας,κάποιος που θα θυμάται τον κόσμο επειδή κάποτε γράψαμε για αυτόν μέσα σε βιβλία,σε σπαραχτικά ημερολόγια,σε φλογερά σημειώματα...
Εύχομαι να το κάνεις εσύ,εσύ που τώρα με διαβάζεις,να κρατήσεις στη μνήμη σου αυτές τις γραμμές και κάπου,κάποτε,να διηγηθείς μια ιστορία,σε ένα παιδί,σε μια αγάπη σου,στον ίδιο σου τον εαυτό πως κάποτε υπήρξαμε κι εμείς κι αγαπήσαμε τον κόσμο,θελήσαμε να αποτυπώσουμε τις στιγμές του,να φυλάξουμε τη μνήμη ζωντανή μες τα βιβλία,το κάναμε και μετά χαθήκαμε μα μείναν αυτές οι ταπεινές γραμμές να διηγούνται τον κόσμο μέσα στα βάθη της αιωνιότητας...



*Χ.Λ.Μπόρχες,Το Άλεφ.

Highway Blues.


Ταξιδεύουμε νύχτα με τους αλήτες Hobos,η έρημος μοιάζει να φλέγεται,τα μπλούζ που γρατσουνάει στην κιθάρα του ο γέρο Μπίλ νανουρίζουν τους δαίμονες...
Το ξημέρωμα στην Αριζόνα,τυφλές μάγισσες που ζούν μες σε τροχόσπιτα,μεθυσμένοι τσοπεράδες σιγοσφυρίζουν,σ΄ένα σταυροδρόμι ο Κάρλος Καστανέντα κάνει ωτοστόπ,οι Βολαδόρες τον ακολουθούν.
Σ΄ένα μοτέλ στην άκρη του δρόμου,ερωτεύομαι τα μαύρα μάτια μιας Μεξικάνας σερβιτόρας,μόνη σκουπίζει τα τραπέζια κι ονειρεύεται τον άντρα που θα την αγαπήσει,στο βάθος το αστραφτερό τζουκ-μποξ παίζει Tom Waits,´´you ´re innocent when you dream...´´
Ένας κροταλίας διασχίζει αργά την άσφαλτο,μακριά,η Καλιφόρνια ακόμα κοιμάται...
Ο Διάβολος παίζει Rock n´Roll συντροφιά με νέγρους κιθαρίστες,πίνει τεκίλες μαζί με τους νομάδες που ταξιδεύουν στη Route 66,του αρέσουν τα καραβάνια και η μουσική των χίπις,οι σαμάνοι Ινδιάνοι τον ξέρουν απο παλιά...
Μια πινακίδα που δείχνει προς την Κόλαση,ερειπωμένες πόλεις στη μέση του πουθενά,ένα κουφάρι λεωφορείου με παράξενα γκράφιτι,το ΄΄Ιπτάμενο Τσίρκο΄΄ που ταξιδεύει νύχτα,χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Η αυγή απλώνεται πάνω απ΄ το φωτισμένο Λάς Βέγκας,μια πόλη αστραφτερή και παντού τριγύρω έρημος.
Άγρια τοπία απλώνονται μπροστά μας,γεμάτα αμμόλοφους κι αγριόχορτα που χορεύουν στο φύσημα του ανέμου,μοιάζουν σαν μια κίτρινη,κυματιστή θάλασσα,τέτοιες στιγμές νιώθεις τον κόσμο σαν μια απέραντη,παλλόμενη φαντασμαγορία,θυμάμαι τους στίχους του Jim Morrison:
´´The grand highway is crowded with lovers and searchers and leavers so eager to please and forget.
Wilderness...´´

Ένας μοναχικός ανεμόμυλος προσπαθεί να ακουμπήσει τα σύννεφα,οι κάκτοι έχουν αλλάξει θέσεις τη νύχτα,σε μια στροφή νομίζω πως βλέπω το φάντασμα του Κέρουακ,όρθιος ατενίζει τον τόπο απο ψηλά("Don't touch me, I'm full of snakes").
Ένα παλιό Ford Thunderbird μας προσπερνά,η γυναίκα οδηγός μοιάζει με την Θέλμα ή την Λουίζ,δραπέτης της τελευταίας στιγμής χάνεται μακριά στον ορίζοντα.
Η καρδιά μου ραγίζει,νιώθω τη μοναξιά σε κάθε κύτταρο,όλοι οι άνθρωποι δεν έχουμε πατρίδα,είμαστε μακριά,πάντα μακριά...
Ο ήλιος ταξιδεύει ανέμελα πάνω απ ΄τους σκουριασμένους πύργους των πετρελαιοπηγών,γύπες μας κοιτούν ύποπτα καθώς διασχίζουμε ζωντανοί μια γκρίζα,νεκρή κοιλάδα.
Έξω απ τη Mesquite,σε μια δεξαμενή νερού,διαβάζω τα nom-de-rails,τα παρατσούκλια των Hobos που αφήνουν μηνύματα πάνω σε μια πινακίδα,σ΄ένα βράχο ή σ΄ένα δέντρο έρημο σαν όλα τ΄άλλα,Tommy the Tornado to Mojave,ο περιπλανώμενος Τόμυ που κάποτε κατευθύνθηκε για την Μοχάβε,ποιός ξέρει που να σαι τώρα Τόμυ,ποιός ξέρει σε ποιούς δρόμους τριγυρνάς...
Άγνωστοι ταξιδιώτες,κινδυνευτές χωρίς αιτία,ψυχές γεμάτες πάθος που σαρώνουν τον κόσμο.
Το Salvation Mountain πολύχρωμο μες το ηλιοβασίλεμα,φωτιές ανάβουν στο Slab City,ο άνεμος ξεχύνεται στις ερημιές...
Κάποιος τραγουδά Bob Dylan,blowing in the wind φίλε μου,δίπλα απ τη φωτιά,με ουίσκι και ξερό καπνό απ ΄το Σάν Φραντσίσκο.
Ούφο διασχίζουν τον ουρανό,τσακάλια ακίνητα πάνω στα βράχια,μια σαύρα που βαρέθηκε και τα άφησε όλα πίσω,ένα παλιό πιστόλι θρύλος που διψάει για αίμα,σκιές πίσω απο σκιές...
Είναι όμορφα όταν ταξιδεύεις ελεύθερος στους απέραντους,ανοιχτούς δρόμους...
Είσαι όμορφος όταν είσαι ελεύθερος...

Σολωμός Σολωμού,απών.


14 Αυγούστου,μια νύχτα ίδια όπως τότε,προσπαθώ να θυμηθώ ή να ξεχάσω..
Μια ανάγκη απερίγραπτη με σπρώχνει να γράψω,να γράψω για έναν ήρωα,για έναν αδελφό,για έναν φίλο που λείπει..
Μα η πένα στα χέρια μου τρέμει,αντιστέκεται,αρνείται να με αφήσει.

´´Σταμάτα!´´ φωνάζει μια φωνή βαθιά μες την ψυχή μου,´´σταμάτα!´´.
´´Λόγια γράφτηκαν πολλά,φτάνει!´´.

Η πένα πέφτει απ τα χέρια μου,ακίνητη πάνω στο χαρτί,αφήνεται στη σιωπή..



Ενός λεπτού σιγή λοιπόν,για εκείνους τους ατρόμητους..